σάρρα

Βιβλικό πρόσωπο. Ήταν σύζυγος του πατριάρχη των Εβραίων Αβραάμ και αδελφή του Λωτ. Γέννησε σε γεροντική ηλικία τον Ισαάκ, σύμφωνα με την παράδοση κατά θεϊκή παραχώρηση. Πέθανε, πάντοτε κατά την παράδοση σε ηλικία 127 χρονών και θάφτηκε στη σπηλιά του Χεβρών. Με το ίδιο όνομα αναφέρεται και μια μοναχός του 4ου αι., που τιμάται από την Αν. Ορθόδοξη Εκκλησία ως οσία (13 Ιουλίου).
* * *
η, Ν
σωρός από πέτρες στην κοίτη χειμάρρου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κατά μία άποψη < σαρώνω / σαρῶ και γι' αυτό προτείνεται η γρφ. σάρα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σάρρα — η 1. γυναίκα του Αβραάμ. 2. κύρ. όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Критика ислама — Критика ислама  выявление противоречий, выявление ошибок и их разбор (анализ), обсуждение чего либо с целью дать оценку исламу. Критика ислама возникла уже во время начала деятельности Мухаммада  сначала со стороны мекканских язычников …   Википедия

  • δέηση — η (AM δέησις) προσευχή, παράκληση που απευθύνεται στον Θεό (α. «Σάρρα, άμε, κάμε προσευκή, δέηση στο Θεό μας», Θυσ. Αβραάμ β. «δέησιν ποιεῑσθαι», ΚΔ) αρχ. μσν. η παράκληση, το να παρακαλεί κάποιος για κάτι μσν. 1. το «τρίμορφον» παράσταση στην… …   Dictionary of Greek

  • χαιρετίζω — ΝΜΑ, και χαιρετώ, άω, Ν απευθύνω χαιρετισμό, προσαγορεύω κάποιον με τις λέξεις χαίρε ή χαίρετε (α. «χαιρετίζω την αφεντιά σας» β. «καὶ Σάρρα δὲ ὑπήντησεν αὐτῷ καὶ ἐχαιρέτισεν αὐτόν», ΠΔ) 2. εκφράζω σε κάποιον, που συναντώ, τη συμπάθεια, την αγάπη …   Dictionary of Greek

  • Σέρρες — Πόλη (49.380 κάτ., αλλά 50.390 ο δήμος) της Ανατολικής Μακεδονίας, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας και του ομωνύμου νομού. Διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νομού και το μεγαλύτερο μετά την Καβάλα αστικό κέντρο Α της θεσσαλονίκης, πόλη με… …   Dictionary of Greek

  • Σιμάρ, Πέτρος Κάρολος — (Simart). Γάλλος γλύπτης (1806 1857). Φιλοτέχνησε τα ανάγλυφα της πρόσοψης του Δημαρχείου του Παρισιού με θέμα την «Αρχιτεκτονική» και τη «Γλυπτική» (1840) καθώς και τα κολοσσιαία αγάλματα της «Δικαιοσύνης» και της «Αφθονίας» (1840). Επίσης τα… …   Dictionary of Greek

  • Σάρα — η βλ. Σάρρα, η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • SARAH — (Sarai; Heb. שָׂרַי ,שָׂרָה), the first of the four matriarchs; wife of abraham . Sarah is first mentioned in Genesis 11:29. Exceptionally, her genealogy is not given. According to Genesis 20:12, Sarah was Abraham s half sister, the daughter of… …   Encyclopedia of Judaism

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.